Λαπαροσκοπική Τοποθέτηση Δακτυλίου Στομάχου

Πώς λειτουργεί η μέθοδος του ρυθμιζόμενου δακτυλίου;
Πρόκειται για την πλέον διαδεδομένη μέθοδο. Ένας ρυθμιζόμενος δακτύλιος από σιλικονούχο υλικό τοποθετείται κυκλοτερώς γύρω από το άνω τμήμα του στομάχου χωρίζοντάς το, έτσι, σε δύο μέρη. Ο μικρός σάκος στο άνω μέρος του στομάχου μπορεί να χωρέσει μόνο μία μικρή ποσότητα τροφής, μειώνοντας έτσι την καταναλισκόμενη ποσότητα και τις προσλαμβανόμενες θερμίδες.

 

Η διάμετρος αυτού του δακτυλίου καθορίζει το ρυθμό με τον οποίο η τροφή εγκαταλείπει το νέο στομαχικό θύλακο και ρυθμίζεται από μια ειδική υποδόρια βαλβίδα. Ο δακτύλιος που χρησιμοποιείται από την ομάδα μας είναι ο μόνος εγκεκριμένος από τον Αμερικανικό Οργανισμό Φαρμάκων και Υλικών (FDA) , ενώ έχουμε λάβει και την ειδική πιστοποίηση για την λαπαροσκοπική τοποθέτησή του, ήδη από το 1995.

Πλεονεκτήματα της μεθόδου του ρυθμιζόμενου δακτυλίου

  1. Είναι η λιγότερο τραυματική μέθοδος, εφόσον πραγματοποιείται λαπαροσκοπικά, καθώς κατά την τοποθέτηση του δακτυλίου δεν απαιτούνται κοψίματα, συρραφές ή άλλες επεμβάσεις.
  2. Μπορεί να αποφασισθεί με ακρίβεια το μέγεθος που θα έχει το μικρό μέρος του στομάχου καθώς και η διάμετρος του ανοίγματος μεταξύ των δύο μερών του.
  3. Δεν απαιτείται επιπλέον επέμβαση για να ρυθμιστεί η διάμετρος του ανοίγματος.
  4. Δεν προκαλεί μη αναστρέψιμες βλάβες. Το σύστημα Lap-Band μπορεί να αφαιρεθεί χωρίς προβλήματα, παρόλο που, βέβαια, δεν είναι αυτός ο σκοπός της τοποθέτησής του.
  5. Ο μέσος εγχειρητικός χρόνος κυμαίνεται από 30 έως 90 λεπτά και ο ασθενής επιστρέφει συνήθως στο σπίτι του σε ένα 24ωρο μετά τη λαπαροσκοπική επέμβαση.
  6. Το 60%-80% του επιπλέον βάρους χάνεται σε 12-18 μήνες.
  7. Μετά την επέμβαση επιτυγχάνεται σε πολύ μεγάλο ποσοστό, αναστροφή των προβλημάτων υγείας που είχαν προκληθεί από την παχυσαρκία.

Οι ρυθμίσεις του γαστρικού δακτυλίου πρέπει να γίνονται ανάλογα με το βαθμό απώλειας κιλών ενός ασθενή στο βάθος του χρόνου. Οι ενδείξεις για τη χρησιμότητά της, καθώς και τη σωστή στιγμή στην οποία πρέπει να γίνονται αφορούν οργανικούς, διατροφικούς και ψυχολογικούς παράγοντες.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία της ιδανικής ζώνης («Optimal Ζone»-βλ. σχήμα), οι ρυθμίσεις γίνονται ανάλογα με το αίσθημα κορεσμού του ασθενούς. O κορεσμός μπορεί να είναι οργανικός (βιολογικός), αλλά και εγκεφαλικός (ψυχολογικός). Στη περίπτωση του οργανικού κορεσμού (προκαλούμενος συνήθως απο μεγάλη μείωση σωματικού βάρους- πχ. 10-15 kgs) υπάρχει απόλυτη ένδειξη για ρύθμιση, καθώς ο δακτύλιος πρέπει να προσαρμοστεί σε έναν μικρότερο πλέον (λόγω της απώλειας κιλών) στόμαχο.

Στη περίπτωση του εγκεφαλικού κορεσμού, όμως, ο ασθενής μπορεί να έχει ικανοποιήσει το αίσθημα της βιολογικής πείνας, αλλά να θέλει να καταναλώσει παραπάνω τροφή για συναισθηματικούς λόγους. Επομένως, η ρύθμιση σ’ αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποδειχθεί μη αποτελεσματική, καθώς ο δακτύλιος ασκεί μεγαλύτερη πίεση στο στόμαχο απο ότι κρίνεται απαραίτητο για τη διέλευση της τροφής, με αποτέλεσμα τη πιθανότητα σοβαρών μακροπρόθεσμων επιπλοκών (πχ. διολίσθηση δακτυλίου, διάταση γαστρικού θύλακου, διάβρωση στομάχου κ.α…).

Το βιολογικό αίσθημα της πείνας και η όρεξη που μπορεί ο άνθρωπος να έχει για κατανάλωση τροφής είναι δύο διαφορετικά πράγματα που όμως συνδέονται. Είναι πολύ συχνό να μπερδεύονται αυτά τα δύο το «πεινάω» και το «θέλω να φάω» διότι οι δύο διαδικασίες μοιράζονται το ίδιο κέντρο εγκεφάλου και έχουν κοινούς βιοχημικούς μηχανισμούς.

Είναι σημαντικό να γίνεται πλήρης αξιολόγηση των αιτιών που προκαλούν το αίσθημα της πείνας και του κορεσμού ανάλογα, για να προχωρούμε σε μια νέα ρύθμιση. Σ’ αυτή την διαδιακασία που αναλαμβάνει η βαριατρική ομάδα για την απόφαση της σωστής χρονικής στιγμής μιας ρύθμισης, συμμετέχει ο ασθενής ενεργά. Στόχος είναι ο ίδιος με την ψυχο-εκπαίδευση που του παρέχεται, να μάθει να αναγνωρίζει τα βιολογικά σημάδια της πείνας και να τα διαφοροποιεί απο σήματα συναισθηματικά όπως «είμαι κουρασμένος να φάω λίγο γλυκό να με τονώσει», ή περιβαντολλογικά, όπως για παράδειγμα «είδα ένα γλυκό και το θέλησα». Η εκπαίδευση και οι επιστημονικές αρχές για μια σωστή ρύθμιση βοηθάνε τον ασθενή να εκμεταλλεύεται σωστά τις ρυθμίσεις με αποτέλεσμα την αλλαγή βάρους και διατροφικής συμπεριφοράς.

Οι αρχές μίας σωστής ρύθμισης αποτελούν:

  • Το επίπεδο της ρύθμισης (δηλ. η ποσότητα του υγρού που διοχετεύεται στο δακτύλιο μέσω της βαλβίδας) θα πρέπει να είναι αρκετό για την επίτευξη μίας παρατεταμένης αίσθησης κορεσμού στον ασθενή.
  • Η απώλεια του σωματικού βάρους (ΣΒ) θα πρέπει να είναι σταθερή και προοδευτική, με απώλεια περίπου 0,5- 1 κιλού λιπώδους ιστού/ εβδομάδα.
  • Καμία ρύθμιση δε πρέπει να δημιουργεί συμπτώματα περιορισμού (πχ. έμετο, καύσο, υπερβολική δυσκολία για κατανάλωση κανονικής ποσότητας τροφής).
  • Η επίτευξη του ιδανικού ΣΒ θα πρέπει να προγραμματιστεί με έναν ρεαλιστικό στόχο που κυμαίνεται απο 12 έως 18 μήνες μετά την επέμβαση, αν και όταν πρόκειται για υπερνοσογόνο παχυσαρκία (ΒΜΙ> 50) μπορεί να απαιτηθεί περισσότερος χρόνος.

Στη κλινική μας οι ρυθμίσεις γίνονται πάντα μετά απο σαφείς ενδείξεις σύμφωνα με το ιατρικό, διατροφικό και ψυχολογικό προφίλ του ασθενούς, και μετά την συγκατάθεση του χειρουργού και της επιστημονικής του ομάδας. Έτσι, ελαχιστοποιούνται τα προβλήματα και ο ασθενής έχει μία σωστή απώλεια βάρους, χωρίς επιπλοκές.