Ο ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΒΑΡΙΑΤΡΙΚΗ

Ο ρόλος του Κλινικού Διαιτολόγου

Διατροφική Παρακολούθηση Βαριατρικών Επεμβάσεων

Ο ρόλος του διαιτολόγου προ-εγχειρητικά, καθώς και μετεγχειρητικά κάποιας βαριατρικής επέμβασης, συνίσταται στην ενημέρωση, εκτίμηση, εκπαίδευση και θεραπεία του ασθενούς.

Πιο συγκεκριμένα, οι διατροφικές συνήθειες του θεραπευόμενου αποτελούν μία εξαιρετικά σταθερή και διαρκή μορφή συμπεριφοράς, η οποία δημιουργείται και σταθεροποιείται μέσω μίας διαδικασίας μάθησης και απόκτησης εμπειριών, διάρκειας πολυάριθμων ετών.

Ο διαιτολόγος οφείλει να εκπαιδεύσει και να διδάξει στον ασθενή το σωστό τρόπο σίτισης, διορθώνοντας πολύ συχνά λανθασμένες γνωσίες απόκλισης και στέρησης ορισμένων κατηγοριών τροφών, συνέπειες μίας εκστρατείας παραπληροφόρησης, στην οποία πολλοί ασθενείς πέφτουν θύματα.

Στη προσπάθεια του θεραπευόμενου για μία ισορροπημένη απώλεια κιλών, θα πρέπει να ενταχθούν στη διατροφή του τροφές που ενδεχομένως πιστεύει πως αποτελούν αιτία των επιπλέων κιλών του (πχ. ζυμαρικά- ψωμί κ.α.) σε σωστή ποσότητα και συχνότητα, καθώς μία ισορροπημένη διατροφική συμπεριφορά συνίσταται στη κατανάλωση όλων των κατηγοριών των τροφών σε ορισμένες ποσότητες και στη συχνή κατανάλωση μικρών γευμάτων (5-6 / ημέρα).

Ένα προσεγμένο διαιτολόγιο αποτελείται λοιπόν απο μία πληθώρα διαφορετικών τροφών, οι οποίες πρέπει να καταναλώνονται σε συγκεκριμένες ποσότητες και τακτά χρονικά διαστήματα. Η ημερήσια πρόσληψη θα πρέπει ν’ αποτελείται κυρίως απο υδατάνθρακες, (ιδανικά προϊόντα ολικής άλεσης), που αποτελούν το πρώτο υλικό καύσης του οργανισμού, ακόρεστα λίπη και πρωτείνη. Επίσης, το αγνό παρθένο ελαιόλαδο και η αύθονη κατανάλωση υγρών και κυρίως νερού αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μίας ισορροπημένης (Μεσογειακής) διατροφής.

Η μέτρηση λίπους ασθενών είναι απαραίτητη προ- εγχειρητικά, καθώς και μετεγχειρητικά σε τακτά χρονικά διαστήματα ώστε να υπάρχει μία ουσιαστική καταγραφή της επιτυχούς ή μη- πορείας του ασθενούς, όχι μόνο όσον αφορά τη μείωση ή μη του σωματικού του βάρους ή του BMI, αλλά και του λιπώδους ιστού σε σχέση με την άλιπη μάζα του. Ο θεραπευόμενος παίρνει σαφείς οδηγίες για τη σύσταση του σώματός του και το απαιτούμενο ποσοστό πρόσληψης θρεπτικών στοιχείων στη διατροφή του.
Επιπλέον, η σύνταξη ελαστικών εξατομικευμένων διαιτολογίων, οδηγούν τον ασθενή σε μία σωστή επιλογή και συνδιασμό τροφών ανάλογα με τα ωράρια και τις απαιτήσεις της καθημερινότητάς του χωρίς να τον εγκλωβίζουν και να τον περιορίζουν.
Ο ρόλος του διαιτολόγου λοιπόν, δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να λειτουργεί σαν στερεότυπο, ότι δηλ. είναι απλά υπεύθυνος για τη σύνταξη διαιτολογίων και τη μηχανική προσαρμογή του ασθενούς σε μία δίαιτα. Αντίθετα, στοχεύει στην ουσιαστική διαφοροποίηση της διατροφικής συμπεριφοράς, μετατρέποντας τη φιλοσοφία των διαιτολογίων σε τρόπο ζωής.